Στην
ιστορία του ελληνικού τραγουδιού υπάρχουν προσωπικότητες που η ζωή τους
ταυτίστηκε απόλυτα με την έννοια της ελευθερίας και της περιπλάνησης.
Μια τέτοια περίπτωση ήταν ο Λουκάς Νταράλας (1927-1977), ένας κορυφαίος
λαϊκός ερμηνευτής και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, που επέλεξε να ζήσει
ως αυθεντικός ρεμπέτης, μακριά από τις συμβάσεις της εμπορικότητας.
Η
μουσική φλέβα κυλούσε βαθιά στην οικογένειά του. Ήταν γιος του
σπουδαίου βιολιστή Χρήστου Νταράλα από την Καρδίτσα, ενός μουσικού που
άφησε το στίγμα του στην εποχή του γραμμοφώνου. Χαρακτηριστική είναι η
ηχογράφηση του 1935 για την Columbia, όπου ο Χρήστος Νταράλας μαζί με
τον κλαρινίστα Νίκο Καρακώστα παρέδωσαν οργανικά αριστουργήματα όπως η
«Σβαρνιάρα» και το «Πέρα στον πέρα μαχαλά». Αυτή η κληρονομιά πέρασε
στον Λουκά και αργότερα στα παιδιά του, τον Γιώργο (Νταλάρα), την Ελένη,
τον Χρήστο και τη Σόνια.
Από
τα τέλη της δεκαετίας του '40 και καθ' όλη τη διάρκεια του '50, ο
Λουκάς Νταράλας βρέθηκε στην καρδιά της λαϊκής διασκέδασης, παίζοντας
δίπλα σε «μεγαθήρια». Από τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Στελλάκη
Περπινιάδη, μέχρι τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και το εμβληματικό δίδυμο
Καζαντζίδη - Μαρινέλλας, ο Νταράλας ήταν πάντα εκεί, αθόρυβος αλλά
απαραίτητος. Ωστόσο, η ανήσυχη φύση του δεν τον άφησε να ριζώσει. Οι
δρόμοι τον έβγαλαν μακριά από την Ελλάδα, σε μια διαρκή περιπλάνηση που
κράτησε χρόνια. Από τη Γαλλία, το Βέλγιο και την Ολλανδία, μέχρι το
Ισραήλ, την Τουρκία, την Αυστραλία και την Αφρική, ο Λουκάς μετέφερε τον
ήχο του μπουζουκιού σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Ως
δημιουργός, μας χάρισε τραγούδια γεμάτα συναίσθημα, όπως το «Πικρός
καημός», το «Μια μάνα είχα στη ζωή» και το «Μου κλεισες βαριά την
πόρτα». Όμως, η κορυφαία στιγμή της δημιουργίας του παραμένει το
«Βουνό», σε στίχους του Ευάγγελου Πρέκα. Το τραγούδι αυτό, που έμελλε να
γίνει κλασικό, φωνογραφήθηκε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 1954 από την
Καίτη Γκρέυ και τον Δημήτρη Ρουμελιώτη, ενώ λίγο αργότερα το ερμήνευσε
συγκλονιστικά η Μαρίκα Νίνου. Ο ίδιος ο δημιουργός το κατέθεσε με τη
δική του, δωρική φωνή το 1975.
Παρά
τη μεγάλη του προσφορά, η επίσημη δισκογραφία του είναι περιορισμένη,
γεγονός που ενισχύει τον μύθο του «αδικημένου» ή του «ασυμβίβαστου».
Μόνο δύο προσωπικά LP από την εταιρία Sonora έχουν καταγραφεί: το «Ένας
ρεμπέτης» (1974) και το «Εγώ και το ρεμπέτικο» (1975). Αυτές οι δύο
εκδόσεις αποτελούν σήμερα πολύτιμα κειμήλια για όσους αναζητούν την
καθαρή, ανόθευτη λαϊκή έκφραση ενός ανθρώπου που έζησε και πέθανε όπως
ακριβώς τραγούδησε: ελεύθερος.











0 Σχόλια
Οι Καρδιτσιώτικες Ματιές 24 ενθαρρύνουν τον διάλογο και την ανταλλαγή απόψεων. Παρακαλούμε τα σχόλιά σας να είναι κόσμια, να σέβονται τους συνομιλητές σας και να μην περιέχουν υβριστικό περιεχόμενο. Η διαφορετική άποψη είναι πλούτος, αρκεί να εκφράζεται με ευγένεια.Η διεύθυνση του blog διατηρεί το δικαίωμα να μην δημοσιεύει σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό ή συκοφαντικό περιεχόμενο