Η ΑΠΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΤΣΑ ΤΟ 1892 ΕΡΩΤΑΣ, ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΜΟΥΣΑ.



Στην αυγή της δεκαετίας του 1890, η Καρδίτσα αποτελούσε ένα μωσαϊκό ανθρώπων που αναζητούσαν μια νέα αρχή μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελεύθερο ελληνικό κράτος το 1881. Ανάμεσα στους νέους κατοίκους, οι Βλάχοι από τη Σαμαρίνα αποτελούσαν μια από τις πιο δυναμικές και συμπαγείς κοινότητες, έχοντας δημιουργήσει τη δική τους συνοικία, τον «Βλαχομαχαλά», στις παρυφές της πόλης. Σε αυτό το περιβάλλον, όπου οι κώδικες τιμής ήταν αδιαπραγμάτευτοι και οι οικογενειακές ιεραρχίες αυστηρές, εκτυλίχθηκε την άνοιξη του 1892 ένα δράμα που ξεκίνησε ως ερωτική ιστορία για να καταλήξει σε αστυνομικό δελτίο και, τελικά, σε δημοτικό τραγούδι.
Όλα ξεκίνησαν από τον αμοιβαίο έρωτα του Τσούλια (Ζήση) Κοκκότη, ενός νεαρού Σαμαριναίου, και της Βαγγελιώς Μπουτάλα, κόρης του εύπορου και ισχυρού Μιχάλη Μπουτάλα. Ο Τσούλιας, που εργαζόταν ως υπάλληλος στην υπηρεσία της οικογένειας, είχε καταφέρει αρχικά να κερδίσει την εύνοια των Μπουταλαίων, οι οποίοι του είχαν δώσει υποσχέσεις γάμου. Ωστόσο, για λόγους που η ιστορία δεν διέσωσε με σαφήνεια –ίσως λόγω κοινωνικής διαφοράς ή οικονομικών διαφωνιών– η οικογένεια υπαναχώρησε και ο αρραβώνας ματαιώθηκε. Η αθέτηση του λόγου θεωρήθηκε μέγιστη προσβολή για τον νεαρό Τσούλια, ο οποίος αποφάσισε να διεκδικήσει την αγαπημένη του με τον πατροπαράδοτο, αν και βίαιο, τρόπο της απαγωγής.



Το βράδυτης Κυριακής των Βαΐων, 12 Απριλίου 1892, την ώρα που «άναβαν τα λυχνάρια» (περί λύχνων αφάς), ο Τσούλιας έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Με τη βοήθεια ενός συνεργού μέσα από το σπίτι, ο οποίος του άνοιξε ένα παράθυρο στη δυτική πλευρά της οικίας Μπουτάλα, εισέβαλε στο εσωτερικό. Παρά την απεγνωσμένη προσπάθεια της μητέρας της Βαγγελιώς να τον σταματήσει, ο Τσούλιας άρπαξε την κοπέλα και διέφυγε προς τα κοντινά βουνά της Πίνδου. Η είδηση, όπως κατέγραψε η εφημερίδα «Θεσσαλιώτις», προκάλεσε «μεγίστην αίσθησιν» στην κοινωνία των Βλάχων, καθώς η Βαγγελιώ ήταν ήδη λογοδοσμένη και η πράξη αυτή έπληττε κατάκαρδα την τιμή μιας ολόκληρης οικογένειας.
Η κατάληξη στο βουνό δεν ήταν αυτή που ονειρευόταν ο νεαρός απαγωγέας. Η Βαγγελιώ αρρώστησε από τις κακουχίες και ο Τσούλιας, βλέποντας την κατάστασή της, αναγκάστηκε να την αφήσει ελεύθερη να επιστρέψει στην Καρδίτσα. Πριν τον χωρισμό, η κοπέλα του υποσχέθηκε πως θα κατέθετε στις αρχές ότι τον ακολούθησε με τη θέλησή της, ώστε να τον γλιτώσει από τη φυλακή. Όμως, η πραγματικότητα στον Βλαχομαχαλά ήταν διαφορετική. Υπό το αυστηρό βλέμμα των αδελφών της, Κωνσταντίνου και Νούλη, και το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής, η Βαγγελιώ λύγισε. Στη δίκη που ακολούθησε στη Λάρισα, δήλωσε πως η απαγωγή έγινε με τη βία, οδηγώντας τον Τσούλια στην καταδίκη και τη φυλακή. Μετά την αποφυλάκισή του, ο Κοκκότης, μη μπορώντας να σταθεί πια στην Καρδίτσα, έφυγε για τη Νάουσα, η οποία βρισκόταν ακόμη υπό τουρκική κυριαρχία.
Η ένταση, ωστόσο, δεν εκτονώθηκε στις δικαστικές αίθουσες. Τον Νοέμβριο του 1892, η πόλη συγκλονίστηκε από ένα νέο αιματηρό επεισόδιο. Μια ομάδα φίλων του Τσούλια, ανάμεσά τους ο Τζήμος Σαμαράς και ο Γεώργιος Στεφανής, άρχισαν να περιφέρονται στην πόλη τραγουδώντας προκλητικά ένα τραγούδι που μόλις είχε συντεθεί για την απαγωγή. Η συνάντησή τους με τους αδελφούς Μπουτάλα σε ένα οινοπωλείο κατέληξε σε μια άγρια μάχη με σιδερένιες ράβδους και μαχαίρια. Η συμπλοκή ήταν τόσο βίαιη που χρειάστηκε η επέμβαση του στρατού, ο οποίος μάλιστα ξυλοφόρτωσε άγρια τους εμπλεκόμενους πριν τους συλλάβει. Η εφημερίδα «Εφημερίς» των Αθηνών μετέφερε το κλίμα με τίτλους όπως «Τραγικαί σκηναί εν Καρδίτση» και «Η σιδηρά ράβδος».
 
Παρά την τραγική κατάληξη του έρωτα των δύο νέων, η λαϊκή μούσα φρόντισε να διατηρήσει την ιστορία ζωντανή. Το δημοτικό τραγούδι της Βαγγελιώς, που τραγουδήθηκε επί δεκαετίες σε διάφορες παραλλαγές στους βλάχικους γάμους, αποτελεί ένα μοναδικό λαογραφικό τεκμήριο. Σε κάποιες εκδοχές, ο Τσούλιας παρουσιάζεται ως ο τολμηρός εραστής που «σκάλες βάζει και ανεβαίνει», ενώ σε άλλες, που αντανακλούν την πλευρά των «νικητών» Μπουταλαίων, χαρακτηρίζεται ως «κακό σκυλί». Η ίδια η Βαγγελιώ συνέχισε τη ζωή της, παντρεύτηκε ,και δημιούργησε μια μεγάλη οικογένεια, κουβαλώντας όμως μέχρι το τέλος της ζωής της τη μνήμη εκείνης της Κυριακής που η ζωή της έγινε τραγούδι στα χείλη όλης της Θεσσαλίας.
 
Το Δημοτικό Τραγούδι
Το τραγούδι δημιουργήθηκε αμέσως μετά τα γεγονότα. Η αρχική του μορφή περιείχε ύβρεις κατά του Τσούλια (πιθανόν γραμμένο από την πλευρά των Μπουταλαίων), αλλά αργότερα διαμορφώθηκε σε χορευτικό σκοπό (συρτό στα τρία) που τραγουδιόταν σε όλους τους βλάχικους γάμους.
Οι Στίχοι (Αποσπάσματα):
Μια Κυριακίτσα το πρωί
γινόταν ένας γάμος - Βαγγελιώ μου.
Κινούν Μπουταλαίοι στη χαρά
πανούν για να γλεντήσουν - Λελέ Βάγγιω μου.
Κι αφήν’ τη Βάγγιω μοναχή
για να φυλάει το σπίτι - Λελέ Βάγγιω μου.
Κι αυτός ο Τσούλιας το σκυλί
που φύλαγε τη βίγλα - Λελέ Βάγγιω μου.
Σκάλες βάζει και ανεβαίνει
και τη Βάγγιω παίρνει - Λελέ Βάγγιω μου.
 
 
Πηγές:
  • Εφημερίδα «Θεσσαλιώτις» (1892)
  • Εφημερίδα «Εφημερίς» Αθηνών (1892)
  • Περιοδικό «Συλλογές», Τεύχος 226 (2003)

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια