Από τα Οχυρά του Ελληνισμού στα Έρημα Σπίτια Το Χρονικό μιας Αναπόφευκτης Φυγής

 


(Καρδιτσιώτικες Ματιές)


 «Μια κατάθεση ψυχής για τα χωριά μας που σβήνουν, ανάμεσα στη γλυκιά νοσταλγία του χθες και τη σκληρή πραγματικότητα του σήμερα.»

Η ερήμωση των χωριών μας δεν είναι απλώς ένα στατιστικό δεδομένο στις απογραφές του κράτους· είναι ένα ανοιχτό εθνικό τραύμα. Ιστορικοί τόποι, που κάποτε έσφυζαν από ανθρώπινη δραστηριότητα, μετατρέπονται σταδιακά σε σιωπηλά σκηνικά από πέτρα και αναμνήσεις. Σήμερα, η εικόνα της εγκατάλειψης είναι πανταχού παρούσα, και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των «νοσταλγών» της γης μας, η κατάσταση μοιάζει συχνά μη αναστρέψιμη.

Ιστορικά, τα χωριά της ορεινής Ελλάδας, όπως αυτά στην περιοχή των Αγράφων, γεννήθηκαν από την ανάγκη για προστασία. Από τους «Εθνικούς» που κατέφυγαν στα βουνά για να διασώσουν την πίστη τους, μέχρι τους πληθυσμούς που αναζήτησαν ασφάλεια από τους Λατίνους και τους Οθωμανούς, η ύπαιθρος υπήρξε το φρούριο του ελληνισμού.
Όμως, οι λόγοι που οδήγησαν στην άνθηση αυτών των κοινοτήτων έχουν πλέον εκλείψει. Μετά τον Εμφύλιο, ξεκίνησε η μεγάλη αιμορραγία. Το σχολείο της πόλης έγινε το εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Οι νέοι έφυγαν για ένα καλύτερο μέλλον, και οι δρόμοι που με τόσο κόπο διεκδικήσαμε και ασφαλτοστρώσαμε, αντί να φέρουν κόσμο πίσω, λειτούργησαν ως επιταχυντές της φυγής.

Συχνά ακούμε για την «τουριστική ανάπτυξη» ως το μαγικό φίλτρο που θα αναστήσει τα χωριά μας. Ωστόσο, ας μην εθελοτυφλούμε. Ο τουρισμός απαιτεί τεράστια κεφάλαια, υποδομές και ένα ολικό σχέδιο που σήμερα απουσιάζει. Η εμπειρία από εγχειρήματα όπως τα δασικά χωριά ή οι ξενώνες στην περιοχή μας δείχνει ότι οι αποσπασματικές κινήσεις δεν αρκούν.
Ακόμα και ο πολυσυζητημένος Παραμεγδόβιος δρόμος ή η σύνδεση του Καρπενησίου με τη Λίμνη Πλαστήρα, και την πόλη της Καρδίτσας, αν δεν συνοδευτούν από παραγωγική ανασυγκρότηση, κινδυνεύουν να προσφέρουν μόνο όχληση, καυσαέρια και κίνδυνο πυρκαγιών, μετατρέποντας τα χωριά μας σε απλά «περάσματα» για λίγες ώρες.

Πολλοί από εμάς που ζήσαμε στα χωριά, τείνουμε να εξωραΐζουμε το παρελθόν. Ξεχνάμε τη σκληρότητα μιας ζωής χωρίς ρεύμα, χωρίς συγκοινωνία, μέσα στις λάσπες και τον μόχθο. Η ειλικρινής ερώτηση παραμένει: Ποιος μπορεί σήμερα να ζήσει μόνιμα στο χωριό χωρίς γιατρό, χωρίς σχολείο και χωρίς τις βασικές ανέσεις; Ακόμα και το πρωινό λάλημα του κόκορα, που κάποτε ήταν ο ήχος της ζωής, σήμερα φαντάζει ενοχλητικό για τον αστικοποιημένο άνθρωπο.

Η μοίρα των χωριών μας φαίνεται να ακολουθεί εκείνη των ερειπωμένων οικισμών του παρελθόντος. Μαζί με τα σπίτια, αργοπεθαίνουν και οι Σύλλογοι. Εμείς, η τελευταία γενιά με ζωντανά βιώματα, παλεύουμε να κρατήσουμε τη φλόγα αναμμένη. Όμως, για τα παιδιά και τα εγγόνια μας, το χωριό είναι ένας προορισμός 15 ημερών το καλοκαίρι. Όταν χαθούν οι δεσμοί του βιώματος, θα χαθεί και η ανάγκη για προσφορά.
Αν δεν υπάρξει μια γενναία πολιτική επιστροφής στην παραγωγική διαδικασία (κτηνοτροφία, καλλιέργεια αρωματικών φυτών κ.λπ.) σε συνδυασμό με θεμελιώδεις κοινωνικές υπηρεσίες, η ύπαιθρος θα παραμείνει ένα όμορφο αλλά άψυχο μουσείο. Μέχρι η ιστορία να δημιουργήσει νέες συνθήκες ανάγκης, η σιωπή θα συνεχίσει να σκεπάζει τα βουνά μας.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια